• Adieu au Langage/Αποχαιρετισμος στην γλωσσα του Jean - Luc Godard, του σινεμα και του ανθρωπου

    Χωρίς αυτόν, γενιές και γενιές δεν θα είχανε αγαπήσει τον κινηματογράφο. Την κατάλληλη στιγμή, ήταν ο καταλύτης, που το διασκεδαστικό της φιλμικής κίνησης το μετέτρεψε σε δοκιμιακή μελέτη, εφάμιλλη των φιλοσοφικών σκέψεων [...]

  • "Το 24ο καρε στο Cinema": Tangerines/Μανταρινια (κριτικη ταινιας)

    Στην καμένη γη, ο πρώην σοβιετικός κινηματογράφος, φυτρώνει τα ανώτερα ανθρώπινα ιδανικά ως μανταρινιές. Και για αυτό τους είμαστε αισθητικά ευγνώμονες [...]

  • Escobar Paradise lost

    Pablo Escobar. Λόρδος των ναρκωτικών. Βασιλιάς των καρτέλ. Έβδομος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Η Κολομβία, το σπίτι του. «Εθνικός ευεργέτης» μιας και «φιλάνθρωπος» δηλαδή πλυντήριο μαύρου χρήματος [...]

  • The Humbling. Ενα αλλο Birdman;

    Είναι αρκετά επιφανειακή, οριζόντια και γραμμική, επιδερμικά πολύπλοκη, κακέκτυπο του Birdman, και αν έλειπε ο σπουδαίος Al Pacino και τα χαρακτηριστικά της σκέψης του συγγραφέα Philip Roth [...]

  • Το 24o καρε στο cinema: «Εικονες της κρισης» στην Ταινιοθήκη

    Οι ταινίες που διαλέχτηκαν, δεν ομφαλοσκοπούν ανερυθρίαστα, αφού μοιάζουν να είναι από την μια μεριά των κοινωνικών «οδοφραγμάτων», αλλά όχι και στην πρώτη γραμμή. Είναι σίγουρα, όμως, μια «διάχυση της αισθητικής μέσα στην ζωή της κοινωνίας» όπως έλεγε ο Frantz Fanon.[...]

  • Mad Max - Fury Road "Ο κοσμος ανηκει στους "τρελα" εξεγερμενους"

    Η επιστροφή μέσα από τις σκόνες του Mad Max είναι ένας χυμώδες εξαγριωμένος αγώνας των κολασμένων, για τα βασικώς αναγκαία. Νερό, ζωή, ελευθερία. Μην την χάσετε. Με δόσεις υποκειμενικής υπερβολής: Πέντε αστεράκια στα Πέντε [...]

  • Pasolini η η πραγματικοτητα με το κεφαλι κατω

    O Pier Paolo Pasolini δεν ήταν άλλος ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Ήταν διανοούμενος. Ιδιότητα που ελάχιστοι μπόρεσαν να κατακτήσουν στο σύνολο της ζωής τους. Και τούτη η χλιαρή, άνευρη, ελλιπέστατη, στερεοτυπική και πληκτική ταινία στο όνομα του, δεν μας πείθει, αλλά μας εκνευρίζει και ας ο Ferrara λέει «Δεν είναι ιστορία, αλλά παραβολή.» [...]

  • Clouds of Sils Maria του OIivier Assayas

    Ο Olivier Assayas, η Juliete Binoche και η Kristen Stewart, όλοι σε απόλυτη φόρμα, ξεσπούν συγκρατημένα μπρος στην κάμερα, επιστρέφοντας στον διαλεκτικό ανθρωποκεντρικό κινηματογράφο, της πολυεπίπεδης αφήγησης εν μέσω χαρακτήρων βαθιά συγκροτημένων, ολοκληρωμένων, που εξελίσσονται οριζόντια τεμνόμενοι στο τέλος, φορείς όλων των σκέψεων του δημιουργού [...]

  • ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ [07.05.2015]: Les Combattants - A promise - Demonic

    Κριτική των ταινιών της εβδομάδας, για τον περιοδικό "Εξώστης", με το Les Combattants να κερδίζει την πρόταση της εβδομάδας, ως κινηματογράφος "αγέρωχος, έντονος, δυνατός, φυσικός, γήινος σε σκηνές θαυμάσιας ρεαλιστικής ομορφιάς και με μικρές δόσεις σκληρότητας."[...]

  • Mommy του Xavier Dolan

    Είναι όντως χαρισματικός. Έχει μεγάλο ταλέντο. Γνωρίζει να αφηγείται εξαίσια κινηματογραφικά. Υπερβαίνει κάθε ύφαλο στην δραματουργική εικόνα των χαρακτήρων. Παράλληλα ο Dolan επιβεβαιώνει την ηλικιακή του ανωριμότητα του - που δεν είναι κακό ως έχει - στη μελέτη των βαθύτερων ανθρώπινων καταστάσεων. Και αυτό είναι πασιφανές, οποτεδήποτε ο καθένας μας πάει να ερμηνεύσει τον αισθητικό όλον της ταινίας [...]

  • The Avengers: Age of Ultron

    Όλα αυτά τα μπανάλ και άκρως αντιδραστικά (στην πρόοδο της νόησης και της φόρμας) που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε, τα έχουμε ακούσει, τα έχουμε εμπεδώσει και πλήρως χωνέψει. Καιρός λοιπόν να τα κρίνουμε και να πάμε σινεμά σεβόμενοι και τους καλλιτέχνες. [...]

  • La danza de la realidad/Ο χορος της πραγματικοτητας του Alejandro Jodorowsky

    Οι ταινίες του πάντα αριστουργηματικές. Σκηνοθεσία, σύνθεση, δομημένο, μελετημένο, μεθοδολογικά απίστευτο mise en scene, υποκριτική - βαθιά αποστασιοποιημένη και άκρως τραγική -, διεύθυνση φωτογραφίας, μοντάζ, μουσική. Όλα συνθέτονται με στόχο να βγεις από την πραγματικότητα και να εισχωρήσεις στον χορό της ψευδαίσθησης και της αυταπάτης. Παιχνίδι απόλυτα κινηματογραφικό. Μαγεία. [...]

  • Οι ταινιες της εβδομαδας[23.04.2015]: A second chance - Lurk - Stray Dogs - The age of Adaline

    Πολλές πρεμιέρες αυτή την εβδομάδα, αλλά σε χαμηλό κινηματογραφικό επίπεδο. Λίγη άσκηση ύφους, λίγο κλάμα, λίγο τρόμος και πολύ ανοιξιάτικο ποπ κορν. Αν δεν ήταν και ο εκπληκτικός Alejandro Jodorowsky με το "Danza de la realidad", που εμφανίζεται μετά από 30 περίπου χρόνια στο προσκήνιο, για να αναβιώσει την στοιχειωτική κινηματογραφική γραφή. [...]

  • Το Girlhood και η επικρατουσα ταση στο σινεμα

    Εν τέλει, θα πρέπει πολλές φορές να ανεβάζουμε τα στάνταρ μας. Να υπάρχει συσχέτιση εποχής και τέχνης. Να ανοίξουμε τα παράθυρα να μπει το φως. Όχι τέχνη, σαν υποκρισία των κακώς εννοουμένων κουλτουριάρηδων, αλλά τέχνη της ειλικρίνειας της πραγματικότητας όπως έχει και στο φαίνεσθε και στο βάθος. [...]

  • Loin des hommes/Μακρια απο τους ανθρωπους

    Το Loin des Hommes είναι ένας ύμνος στον άνθρωπο, στον ατομικό και συλλογικό αγώνα, στην προσπάθεια μπρος στην ανυπέρβλητη δυσκολία να βρει την θέση του στον κόσμο, να σηκώσει τις έγνοιες στην πλάτη του ως άλλος Άτλας [...]

  • Notes de lumière cinématographique.nο. 02

    Κριτική άλλων τεσσάρων ταινιών του 16ου φεστιβάλ γαλλόφωνου κινηματογράφου [...]

  • Notes de lumière cinématographique.nο. 01

    "To φως που χάνεται, το φως που επιστρέφει… στο σινεμά», λέει ένα αγόρι αφού έχει απορροφήσει την μαγεία της σκοτεινής αίθουσας, τη μυσταγωγική δύναμη του κινηματογράφου στο εισαγωγικό φιλμάκι πριν τα φώτα σβήσουν, πριν ξεκινήσει κάθε ταινία και εμείς σαν άλλα παιδιά, μπαίνουμε στην μυθική ομορφιά του φιλμ που με τα καρέ του χαρίζει απλόχερα την αισθητική του έκσταση. [...]

  • One thousand times good night/Χιλιες φορες καληνυχτα

    Σπουδαία υποκριτική, δυνατή φωτογραφία, πειστική αφήγηση, μα ταινία ουσιαστικά ανώδυνη και κινηματογραφικά μονοεπίπεδη. Η αφηγηματική αντιπαράθεση, παραμένει μονοθεματική καθ’ όλη την διάρκεια. Ο δημιουργός είχε προθέσεις, μα αδυνατεί να προβληματίσει, να ερμηνεύσει και έτσι αυτοκαταναλώνει [...]

  • Nightcrawler/Νυχτερινος ανταποκριτης:«Το αμερικανικο ονειρο, ονειρο των κανιβαλων»

    Είναι ο κόσμος της λογικής του Kissinger: «Η Αμερική δεν έχει φίλους, έχει μόνο συμφέροντα». Το Nightcrawler, έχει από την αρχή ως το τέλος τούτο τον απλό αποδεικτικό στόχο. Ένα σκηνοθετικό κωμικοτραγικό noir ντεμπούτο τύπου “Breaking News” (έκτακτα γεγονότα - επίκαιρα επίσης) που θέλει να πει τα πράγματα όπως είναι και τα λέει ντόμπρα και φωναχτά [...]

  • Συνεντευξη Fatih Akin: Για το "The Cut", την πολιτικη και την κριτικη

    Ολόκληρη επιμελημένη η συνέντευξη στο Goethe-Institut της Αθήνας του αγαπητού Τούρκο-γερμανού σύγχρονου σκηνοθέτη Fatih Akin στα πλαίσια της προώθησης της νέας του ταινίας «The Cut. Ο πολιτικοποιημένος δημιουργός, ήρθε για λίγες ώρες στην Αθήνα, συζήτησε με τους δημοσιογράφους, μίλησε για όλα καταθέτοντας τις απόψεις του πάνω στη νέα του ταινία, τον κινηματογράφο, την πολιτική, τον Καζάν και τους κριτικούς που δεν είδαν με καλό μάτι την τελευταία του δημιουργία.[...]

  • 87th Academy Awards: Τα δικα μου Oscar

    Με το τι σερβίρεται θα διαλέξω, υποκειμενικά, το πιο εύγευστο. Από τις βασικές προτεινόμενες βραβεύσεις, λοιπόν, δίνω τα δικά μου Όσκαρ. Σίγουρα, θα αποτύχω στις προβλέψεις μου. [...]

  • BERLINALE 2015 Κριτικη: Knight of Cups του Terrence Malick (Διαγωνιστικο)

    Τι κάνει πάλι (μετά το “Tree of Life” και το “To the wonder”) ο ευαίσθητος τσαμπουκάς και εικονοκλάστης Malick; Ταινία με την σφιχτή έννοια ή αφαιρετικό avantaguard - για όλο τον κόσμο - ποιητικό εικονογράφημα; [...]

  • BERLINALE 2015 Κριτικη: Life του Anton Corbijn (Berlinale Special Gala)

    Freewheeling counterculture εποχές, νέοι που βγαίνουν από τα όρια των πουριτανικών αξιών της μεσοαστικής οικογένειας των ΗΠΑ, ζωή μυθοποιημένη. Σκιά και φως. Είδωλα και ουσία. Αποτύπωση μιας στάσης ζωής, που ασχέτως αν λειτουργεί ή αν ποτέ λειτούργησε , δεν παύει να δίνει μια γλυκάδα, έστω μυθοπλαστική, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα [...]

  • BERLINALE 2015:Fifty Shades of Grey/50 αποχρωσεις του γκρι ή αλλιως τo αποκορυφωμα της ανοησιας και γελοιοτητας

    Αυτό σημαίνει πως δεν θα ενδώσω στην τραγική γελοιότητα της Αρλεκινικής «αισθητικής» και θα πω, πως αυτό που είδα, θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου, ως μια από τις πιο ανόητες, σερβιρισμένες ως αριστούργημα, απάτες, από ενάρξεως κινηματογράφου [...]

  • BERLINALE 2015 - 65. Internationale Filmfestspiele Berlin

    Το Φεστιβάλ, σίγουρα θα έχει αισθητικό ενδιαφέρον, και ο Εξώστης, θα έχει μια εκ των έσω ανταπόκριση, προσμένοντας φυσικά πολλές από τις ταινίες του, να έρθουν για πλήρη διανομή στην χώρα μας, μιας και το δικό μας κοινό, αγαπά τον κινηματογράφο, και περιμένει το καινούριο, το σπουδαίο, το ουσιαστικό [...]

  • Whiplash/Χωρις μετρο

    Η ταινία που έχουμε μπροστά μας είναι ένα σοκαριστικό σφυροκόπημα σε jazz αυτοσχεδιαστικό - μα και δομημένο - τέμπο, ένα αυτομαστίγωμα, που ξεπερνά τα όρια και τα μέτρα της ανθρώπινης δεκτικότητας και την κρεμάει να στεγνώσει από το αίμα, ύστερα από μιας απύθμενης ωμότητας διαπροσωπικό μακελειό[...]

  • Winter Sleep/Χειμερια ναρκη

    Όσο περνάει η απόσταση από την προβολή, δεν μοιάζει με «σύλληψη» που θα γεννήσει ένα ογκολιθικό έργο τέχνης βαθιάς αισθητικής ουσίας (φυσικά μιλώντας και κρίνοντας έχοντας στο μυαλό πως ανήκει στον υψηλού επίπεδου κινηματογράφο ή αλλιώς σινεφίλ), μα μοιάζει περισσότερο με ένα πλέγμα αναζητήσεων του σκηνοθέτη που δεν βρήκαν την κατάλληλη έξοδο για να εκφραστούν [...]

  • The Tribe/Η φυλη, λιγες σκεψεις πανω στην φορμα του

    Ο σκηνοθέτης είναι μεγάλο ταλέντο και μεγάλο τσαμπουκά. Δημιουργεί νέου τύπου σινεμά, θεωρεί τον εαυτό του τεχνίτη. Αυτό είναι. Ένας τεχνίτης που σμιλεύει πάνω σε έτοιμα μοτίβα, καινούρια. Και αυτά πρέπει να μελετηθούν, ενδελεχώς. [...]

  • Κριτικη: Maps to the stars/Οδηγος ευτυχιας του David Cronenberg

    Ο Cronenberg έχει φάει το σινεμά με το κουτάλι. Έχει δημιουργήσει, μέσα στα χρόνια νέους όρους και νέους κανόνες στο μέσο. Αυτό όμως δεν ορίζεται, εν τέλει σε μια άκριτη στάση μπρος στο τελευταίο έργο του. Γι’ αυτό παρά τις όποιες μορφικές και ιδεολογικές του προσεγγίσεις το 2014, δημιουργεί έναν μύθο που εύκολα μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρος [...]

  • Κριτικη: Force Majeure/Ανωτερα βια

    Ταυτιστείτε με την σκέψη και το όραμα του δημιουργού, ταυτιστείτε με την προσωπικότητα των χαρακτήρων, ταυτιστείτε με τις ευθύνες που γεννιούνται μπρος στον κόσμο. Όλο και κάτι θα διαρρηχτεί μέσα σας. Η ταινία - σίγουρα - τα καταφέρνει. Γιατί αποτελεί μια δυνατή ιδέα μα και μια ακόμη πιο δυνατή, σχεδόν ασύλληπτη κινηματογραφική υλοποίηση [...]

  • 2014: 10 αγαπημενες ταινιες και 15 outsiders

    που είδαμε στα σινεμά το 2014 και μπορούμε να επιστρέψουμε να τις δούμε σπίτι ή ξανά στα σινεμά (!). Μια λίστα προσωπική [...]

  • Κριτικη: Big Bad Wolves/Στο στομα των λυκων

    Οι δυο σκηνοθέτες, παίρνουν μια απλή ιστορία, τόσο μα τόσο τετριμμένη, τις προσθέτουν ένα σπουδαίο στυλιζάρισμα, ρίχνουν βάρος στην Coenικής αντίληψης ηθοποιία, δίνουν το αναγκαίο βάρος στο σασπένς και με λίγη προσπάθεια υπερβαίνουν το αρχικό επιφανειακό στόρι για να μιλήσουν για μια ολόκληρη σχιζοφρενική χώρα [...]

  • Κριτικη: Unbroken/Αλυγιστος της Angelina Jolie

    Τι το θέλει η κυρία Jolie και παίρνει τα ηνία της κάμερας; Ποιος ο λόγος, πέραν μιας μεγαλομανίας της και μιας αλαζονείας της, να μείνει στην star system ιστορία ως κάτι πέρα από ένα σέξι κορμί - μιας και η υποκριτική της στεγνότητα ήταν, ούτως ή άλλως, το μόνο της πλεονέκτημα(!) -; Ε λοιπόν, η προβεβλημένη τούτη κυρία, ψάχνει το prestige και πίσω από την κάμερα [...]

  • Κριτικη: Magical Girl

    Η ταινία έχει με λίγα λόγια, μια σκοτεινή αύρα που υπενθυμίζει τα νοσηρά επίπεδα της ψυχολογίας των καταπιεσμένων - από τον χρόνο, την ασθένεια, την σεξουαλικότητα - ανθρώπων αλλά μένει εκεί, χωρίς να μας προβληματίσει ιδιαίτερα σε κάτι νέο που δεν ξέρουμε. [...]

  • Κριτικη: White God «Τα σκυλια δεν γλειφουν, μα εξεγειρονται»

    Η ταινία White God, είναι σχηματικά πρωτότυπη. Βασίζεται εξ ολοκλήρου σε ένα συμβολισμό και μια αλληγορία με στόχο, την εγρήγορση του κοινού, συναισθηματικά εξ αρχής και συλλογιστικά μετέπειτα, δημιουργώντας ένα προβληματισμό, πάνω σε δοσμένα γεγονότα, δοσμένες κοινωνικές καταστάσεις. Στο στόχαστρο του Ούγγρου δημιουργού, οι ταξικές διαφορές, ο ρατσισμός και η εξουσία. Μοναδική λύση για τον ίδιο, η εξέγερση, συνέπεια συνθηκών εκμετάλλευσης και καταπίεσης των αδυνάτων [...]

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Adieu au Langage/Αποχαιρετισμός στην γλώσσα του Jean - Luc Godard, του σινεμά και του ανθρώπου


Ο Jean - Luc Godard ζει για τον κινηματογράφο. Δεν είναι ένας σκηνοθέτης. Έζησε όλη του την ζωή, προβληματισμένος πάντα για το πώς το σινεμά θα αποτελέσει νέα μέθοδο επικοινωνίας. Ίσως είναι από τους λίγους εκλεκτούς των φιλμικών μουσών, που αγάπησε το σινεμά σε όλη του την ολότητα.  Θεωρητικοποίησε και οπτικοποίησε (και σε τούτη την ταινία) με τον διττό ρόλο του θεωρητικού αλλά και του δημιουργού ένα μεγάλο πεδίο φιλοσοφικών σκέψεων, υπαρξιακών αναζητήσεων, μορφικών αντιλήψεων ώστε μέσα από το προτσές της δημιουργίας, να αναδείξει πράγματα που με άλλους τρόπους είναι αόρατα. Πεπεισμένος πως το σινεμά μπορεί να τα κάνει απτά και ορατά, έφτασε τα 80 και πειραματίζεται ακόμη, κρατώντας μας σε ένα άλλο επίπεδο διανοητικής διεργασίας, σαν να είναι νεότατος, ορεξάτος καλλιτέχνης. Και είναι. «Το ορατό μοιάζει λίγο με φίλτρο. Για μένα οι αληθινές ταινίες είναι εκείνες στις οποίες υπάρχει κάτι το αόρατο.» λέει ο ίδιος. Επαναστάτης του σινεμά. Γι’ αυτόν τίποτα άλλο - ούτε τέχνη, ούτε επιστήμη - δεν μπορεί να καλύψει την ιδιαιτερότητα του. Χωρίς αυτόν, γενιές και γενιές δεν θα είχανε αγαπήσει τον κινηματογράφο. Την κατάλληλη στιγμή, ήταν ο καταλύτης, που το διασκεδαστικό της φιλμικής κίνησης το μετέτρεψε σε δοκιμιακή μελέτη, εφάμιλλη των φιλοσοφικών σκέψεων.

Να αποχαιρετίσουμε την γλώσσα; Ποια γλώσσα; Langage στα Γαλλικά, δεν σημαίνει γενικά η γλώσσα. Είναι μια ιδιαίτερη χρήση της, που προκαλεί ως φιλοσοφικό σχήμα πολλά ερωτήματα και προβληματικές. Στα ελληνικά θα το μεταφράζαμε ως ιδιόλεκτο, δηλαδή «τον ιδιαίτερο ατομικό τρόπο με τον οποίο ένας ομιλητής πραγματώνει τη γλώσσα στην προφορική του επικοινωνία». Επίσης langage, χρησιμοποιείται για να εξηγούμε την γλώσσα των τεχνών. Δηλαδή την αφηγηματική τους φόρμα. Γλώσσα της ζωγραφικής, γλώσσα του σινεμά κ.ο.κ. Αυτά τα ερωτήματα και προβληματικές, ο Godard, τα μετατρέπει μέσα από την ιδιαίτερη γλώσσα (να τη πάλι) του σινεμά, απολύτως αφαιρετική, απολύτως ποιητική, απολύτως δοκιμιακή, σαν ψελλίσματα ανολοκλήρωτα, σαν λέξεις ασαφείς, σαν σκέψεις που δεν βρίσκουν την διέξοδο να ειπωθούν. Προσπαθεί να εισέλθει με όρους εικόνας, σε πεδία της φιλοσοφίας βαθιά δυσνόητες - λόγω πλήθος αναφορών κρυφών και ορατών - , βαθιά παράλληλα ουσιαστικές, ικανές να μας ανεβάσουν αισθητικό και διανοητικό επίπεδο.

Τι είναι η πραγματική ζωή και τι αυτή που αφηγούμαστε; Είναι το ίδιο και το αυτό; Αν προσπαθήσω να δώσω την πιο ακριβή σημασία μιας έννοιας (κάθε τύπου), θα πιάσω στο ελάχιστο την αντικειμενική της ουσία; Μπορούν οι άνθρωποι τελικά να μιλήσουν με ακρίβεια, με σαφήνεια, με καθαρότητα; Να έρθουν σε ενός τύπου επικοινωνία, όσο γίνεται πιο συγκλητική; Μπορεί η εικόνα του σινεμά να αποτελεί τελικά επικοινωνία; Να συμπεριλάβει - ως υποκείμενο - την αρχική ιδέα στον τελικό αποδέκτη, μέσα από την έκφραση; Η γλώσσα είναι μέθοδος, σύμβαση και κάθε άνθρωπος στην διαφορετικότητα του, την υπηρετεί. Αλλά ποτέ δεν φτάνουμε σε απόλυτη σύγκλιση. Η διαλεκτική αυτή αντίθεση είναι που γεννά απαντήσεις, νέες ερωτήσεις, νέες απαντήσεις, σε μια μόνιμη ακολουθία. Σε αυτή την λογική και αυτή η ταινία του Γκοντάρ, είναι βαθιά διαλεκτική. Ασύγχρονοι ήχοι, μονταρισμένα πλάνα σε απότομα cut (θάνατοι, έρωτας, ερωτισμός, σκέψεις, πόλεμοι, μακελειά, συναίσθημα) που συνειρμικά και μόνο δημιουργούν γενικές και μη τελικές σκέψεις, ένα σινεμά όχι οριζόντιο, δηλαδή αφηγηματικό, αλλά κάθετο δηλαδή μη αφηγηματικό, ποιητικό.

Η ταινία είναι ένα κολλάζ μεταφορών δηλαδή παραβολών. Σημειολογικά δομημένη. Είναι έννοιες ειπωμένες μέσα από την δύναμη της εικόνας είτε σταθερής είτε εν μέσω της μονταρισμένης κίνησης της. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Γκοντάρ επιστρέφει στην πρώτη αντίληψη του σινεμά που μελετήσανε οι πρωτοπόροι Ρώσοι (Αιζενστάιν, Πουντόβκιν κτλ). Το μοντάζ δηλαδή, ως η ουσία της ιδιαιτερότητας του. Δυο εικόνες που δεν ταυτίζονται ως ανεξάρτητες, με την μέθοδο (δηλαδή γλώσσα) του μοντάζ γεννούν μια νέα εικόνα, μια νέα έννοια. Οι δυο πρώτες πεθαίνουν, ανολοκλήρωτες εν τέλει, γιατί η σύνθεση γεννά το νέο, το πιο ολοκληρωμένο. Έτσι δεν είναι η φύση; Η ταινία, λοιπόν, είναι μια μεταφορά του ανολοκλήρωτου. Του εν γένει ανείπωτου. Της πολυπλοκότητας της και της ασυμμετρίας της. Ό,τι ξεκινά, τελειώνει δίχως να βρει την απόλυτα ολοκληρωμένη του ταυτότητα. Οι λέξεις, η φύση, ο άνθρωπος, η σχέσεις τους.

Σε όλη την ταινία υπάρχει μια φαινομενικά αλλόκοτη - μα ιδιοφυής «ά-σχημη», δίχως σχήμα δηλαδή - απεικόνιση της ζωής. Φύση και άνθρωποι. Η φύση που ορίζεται μέσα από το συχνά απεικονισμένο ρευστό στοιχείο του νερού, που μοιάζει να μην έχει σχήματα καθορισμένα, χώρους ολοκληρωμένους, χρόνους συγκεκριμένους. Που δεν έχει σταθερές και δεν κλείνεται σε απόλυτα τετράγωνα κουτάκια. Χωρίς σαφή μοτίβα, μα με ανακολουθίες, ο άνθρωπος και οι σκέψεις του και τελικά η γλώσσα του, μοιάζουν χαμένες σαν μέσα σε δάσος - που συχνά αναφέρει ο Godard -. Μόνο η κάμερα - που ορίζεται ως φυλακή - μπορεί να συγκρατήσει μια άλφα συνέχεια, ενός τύπου καλουπιού της ζωής. Και μετά να μας την ορίσει - σχετικά ψευδώς - ως αντικειμενική.  Η λογική της σκέψης μοιάζει κι αυτή χαμένη στα νεφελώματα. Που στην ταινία αποκτούν μια δυναμική σαν τα φωτογραφημένα σύννεφα του Alfred Stieglitz.  Σε όλα, λοιπόν, ενυπάρχει μια αδυναμία απόλυτου ορισμού. Η έννοια της μη απολυτότητας, είναι η πιο σωστή επιστημονική, φιλοσοφική αντιληπτική μέθοδος του κόσμου. Ο Γκοντάρ, καταργεί τα μεθοδικά στερεότυπα, τα νοητικά πορίσματα, για να δει αν επιβεβαιώνονται. Αποδομεί τα πάντα, ώστε να επανέρθουν ως νέα ερωτήματα. Σειρά του κοινού, να τα σκεφτεί, να τα δώσει ουσία, συζητώντας τα.  Δεν υπάρχει ιστορία. Δεν είναι να ψάχνουμε στόρι. Εδώ μιλάμε για την τρίτη περίοδο του Γκοντάρ. Που έχει επιστρέψει στον πειραματισμό. Η ταινία μοιάζει να υπάρχει και να εξελίσσεται παράλληλα με το κοινό. Βλέπουμε στην δημιουργία τους τις σκέψεις του δημιουργού και μαζί του προβληματιζόμαστε. Αν δεν κατανοούμε τα πάντα, δεν είναι ζήτημα ανεπάρκειας. Σημαίνει, πως μπροστά μας, με τις ιδιαίτερες αντιθετικές και συνθετικές αλληλουχίες του Godard, ανοίγεται ένας κόσμος νέων πεδίων, νέων νοητικών διεργασιών. Γι’ αυτό δεν ερμηνεύεται η ταινία στην ολότητα της, γι’ αυτό και αυτό το άρθρο δεν δύναται να το κάνει. Αν μπεις με όλη αυτή την λογική στην αίθουσα, θα νιώσεις παραδομένος και κερδισμένος. Αν περιμένεις να δεις ταινία - με την συμβατή έννοια - είσαι χαμένος. Είναι χυδαίο, να την κρίνουμε με τούτο τον τρόπο. Η υπέρβαση της ομορφιάς - που λείπει από την εικόνα - μέσα από την οπτική της συγκεκριμένης ταινίας, έχει σαφή στόχο. Να υποδείξει την ασάφεια.

Αποχαιρετούμε την γλώσσα, λοιπόν. Γιατί όλα στο θάνατο - με την έννοια του τέλους - μένουν ανολοκλήρωτα. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά όχι πεσιμισμός. Απλά με αυτή την παραδοχή, συνεχίζουμε - όχι σισύφεια αλλά από ψηλότερο κάθε φορά επίπεδο μεταλαμπαδεύοντας ιδέες στους επόμενους - ως άτομα και ως ανθρωπότητα, να ζούμε, να σκεφτόμαστε, να δημιουργούμε, να μεγαλουργούμε, να αγαπούμε, όπως αγαπάμε την ζωή, τους ανθρώπους, την τέχνη, το σινεμά και τον Godard που ακούραστος, μελετά, εφευρίσκει, μιλά δίχως περιορισμούς και συμβάσεις. Ούτως ή άλλως, αποχαιρετούμε ό,τι αγαπούμε και αγαπούμε ό,τι νέο μπαίνει στην τροχιά μας.

Βαθμολογία: 4


Χρήστος Σκυλλάκος, για τον Εξώστη Free Press

"Το 24ο καρέ στο Cinema": Tangerines/Μανταρίνια (κριτική ταινίας)


Πόρισμα: Επιστροφή στο κοινωνικό μήνυμα και τον σπουδαίο ανθρώπινο κινηματογράφο
Βαθμολογία: 4/5

+ Μελετημένη δραματουργία, συγκρουόμενοι χαρακτήρες, υψηλή εικαστικότητα, ολοκληρωμένη αφήγηση που σε κεντρίζει για μιάμιση ώρα. Εκτός τούτων,  προτεινόμενο και για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.
- Σχεδόν κανένα. Μην γινόμαστε σχολαστικοί!

Στο Tangerines, ένα δράμα πολέμου, πλαισιωμένο στο τελευταίο πόλεμο Γεωργίας - Αμπχαζίας, ο Ivo, ένας ηλικιωμένος Εσθονός αγρότης που αρνείται να φύγει μακριά από τις μανταρινιές του, σώζει και περιθάλπει σπίτι του, δυο τραυματίες των δυο διαφορετικών στρατοπέδων, τον Ahmed, τσετσένο, και τον Nico, γεωργιανό. Υπό την αυστηρή περίθαλψη - τόσο σωματική όσο και περισσότερο ιδεολογική - του Ivo, οι δυο αντίπαλοι, βλέπουν την έχθρα τους ως κάτι το προσχηματικό και η αδελφοσύνη, έννοια σύμφυτη της ιστορίας των λαών τους, επιβεβαιώνεται, στις ανθρώπινες πράξεις και τα απλά, καθημερινά και αιώνια ανθρώπινα συναισθήματα.

Στην χώρα μας, σε μεγάλο βαθμό, δεν είχαμε βιώματα από τον κινηματογράφο της Σοβιετικής Ένωσης και των χωρών που κάποτε ήταν μέρος της. Αυτό είναι σχεδόν απόλυτη αλήθεια. Εξαιρουμένου φυσικά, του μαέστρου Andrei Tarkovsky, που δυστυχώς και το δικό του έργο μοιάζει με μια επιλογή άκρως φεστιβαλική, σινεφιλική, αισθητικά «δύσκολη». Αντικειμενικά όμως, η πρώην ΕΣΣΔ, και οι λαοί που την απαρτίζανε, μαζί με τις ΗΠΑ και την Γαλλία, όρισαν την οικουμενική γλώσσα του σινεμά, τεχνικά, θεωρητικά, ουσιαστικά. Αυτή, λοιπόν, η άγνωστη στο ευρύ κοινό, κινηματογραφική σχολή, συνεχίζει και σήμερα να μας εκπλήσσει θετικότατα γιατί επιβεβαιωμένα και δικαιολογημένα, δημιουργεί υψηλού επιπέδου αριστουργήματα, λαμπρά μέσα στην συρροή εμπορικών ή συμβατικών δημιουργιών. Μιας σχολής, που διακρίνεται ποιοτικά καθιστώντας ως κυρίαρχο αφηγηματικό μοντέλο την τραγωδία και το δράμα, ορίζοντας το ως το πρότυπο της λειτουργίας της 7ης τέχνης.

Η διάκριση βρίσκεται στον ανθρωποκεντρισμό της, στο συμβολισμό της, στα ισχυρά μηνύματα της, στην υψηλού επιπέδου εικαστική δυναμική και τεχνική τελειότητα, στην δραματουργία της. Θα μπορούσα να πω πως έχει τελειοποιήσει την ανθρώπινη τραγωδία στο σινεμά. Παράγοντας με βάσεις σίγουρα ιστορικές, όσο και κοινωνικές.

Επιστρέφοντας στην ταινία, αν και το στόρι δεν έχει ως ιδέα πρωτοτυπία, ο μελετημένος τρόπος υλοποίησης της, θίγει αφηγηματικά και ουσιαστικά ολοκληρωμένα το ζήτημα της στάσης των ανθρώπων μέσα στις κοινωνικές πιέσεις. Ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μέσα σε ένα πόλεμο που μοιάζει και είναι μακριά από τα πραγματικά τους συμφέροντα. Παράλληλα, συντελεστές διαφορετικών λαών, κινηματογράφηση από την μήτρα της σοβιετικής σχολής. Αυτά τα στοιχεία της μορφής, επιβεβαιώνουν την ενότητα των δοσμένων λαών που κινηματογραφούν την κοινή ιστορία τους. Ως σύνολο λοιπόν, η συγκεκριμένη κινηματογραφική υλοποίηση της αρχικής ιδέας, χαρίζει δικαιωματικά στο Tangerines, μια διαυγή καλλιτεχνική αξία που φτάνει με επιτυχία σε πιο πλατιά όρια, αυτά της διαπαιδαγώγησης.

Ο σταθερός χαρακτήρας του ηλικιωμένου Ivo, είναι ο καταλύτης της αδελφοσύνης. Ορίζει και καθορίζει την στάση των δυο «εχθρών». Στο πρόσωπο του το στωικά αξιοπρεπές και διαποτισμένο σοφία, συμβολίζεται η ανθρώπινη συλλογική εμπειρία, η ζωή, η οικουμενική ιστορική κρίση. Οι νέοι στρατιώτες, μαθαίνουν τις αξίες της ενωμένης τους πατρίδας, μέσα από την καθημερινή συμβίωση που αν και μοιάζει αρχικά εύθραυστη, προοδευτικά γίνεται δεσμός. Με οικονομία στην αφήγηση, λιτότητα στους διαλόγους, βάρος στην διαλεκτική αντίθεση πόλεμος - άνθρωπος.


Ανθρωπιά, αλληλεγγύη, αγάπη της φύσης και της γης, ειρήνη, αξιοπρέπεια, αξίες που πάντα βρίσκονται σε μια μέγγενη των κοινωνικών συρράξεων και καταστάσεων, αξίες που συγκρατιούνται στην συλλογική και κινηματογραφική μνήμη και ωστόσο μας είναι σχετικά άγνωστες, αποδείχνουν μια διαφορετικού τύπου αντίληψη, μια διαπαιδαγώγηση άλλης μορφής και άλλου περιεχομένου. Στην καμένη γη, ο πρώην σοβιετικός κινηματογράφος, φυτρώνει τα ανώτερα ανθρώπινα ιδανικά ως μανταρινιές. Και για αυτό τους είμαστε αισθητικά ευγνώμονες.

Χρήστος Σκυλλάκος για το Monopoli.gr

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Κριτική ταινίας:The Humbling. Ένα άλλο Birdman;


Ο Al Pacino επιστρέφει. Εισερχόμενος σε ένα ρόλο - alter ego του εαυτού του. Ως ηλικιωμένος ηθοποιός, Simon Axler, με ακραία υπαρξιακή αγωνία μπρος στο εναπομένον μέλλον, που μεγαλώνει τόσο λόγω της καθημερινότητας, όσο και της άλλοτε επιτυχημένης καλλιτεχνικής του πορεία. Μέσα από οράματα του παρελθόντος, αλλόκοτης καλλιτεχνικής φιλοδοξίας ή και υστεροφημίας, και μέσα από μια σχέση αυτοκαταστροφική με ένα νέο κορίτσι, σεξουαλικά μπερδεμένο, ο Simon βγαίνει λαβωμένος, παρά τις όποιες προσπάθειες του.

Μπερδεμένοι όλοι με λίγα λόγια. Όπως ο ίδιος σκηνοθέτης, που προσπαθεί να μιλήσει με ένα σενάριο πολύ επιτηδευμένο, βασισμένο σε μια στερεότυπη ιδέα. Την έννοια της φιλοδοξίας του κάποτε ανατέλλοντος αστεριού που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, αργά και προοδευτικά - εν τέλει τραγικά ή στην προκειμένη κωμικοτραγικά. Γιατί το όλο concept που έχουμε δει τελευταία με κάθε πιθανό τρόπο και ερμηνεία (με πρώτο το Birdman και σε συνέχεια το Clouds of Sils Maria, Maps to the Stars κ.α.) προσπαθεί να βγάλει μια αλά Woody Allen χιουμοριστική γλυκάδα της πτώσης και της καταρράκωσης του δυτικού ανθρώπου. Ο Al Pacino, σε δυνατό και θαρραλέο ρόλο, αφού είναι σαν να παίζει τον εαυτό του [είναι ήδη 75 χρονών], μοιάζει να βρίσκεται μόνιμα σε ένα θεατρικό ρόλο, να είναι ένα αντικείμενο, μια μάσκα, μια καρικατούρα λατρείας ή και μίσους ή καλύτερα προϊόν εκμετάλλευσης καλλιτεχνικής και ψυχικής από φίλους, συνεργάτες, ψυχιάτρους, την όμορφη κοπελιά μα και λεσβία (Greta Gerwig) που έχει βαθιά ερωτευτεί. Ο καθένας θέλει να καλύψει τις δικές του ανάγκες και ο Pacino βρίσκεται στην δίνη αυτών - αν και μέσα σε τούτη την «χρησιμοποίηση» του νιώθει ευγνώμων για ένα τελευταίο φτερούγισμα ζωής -  παραλλήλως έτοιμος για μια τελευταία άκρως αυτοκτονική σχεδόν ρεβανσιστική «πράξη» που θα μνημονευτεί. Μια πράξη απόλυτης φιλοδοξίας. Κλάψτε με και χειροκροτήστε με. Θλιβερός και αξιοπρεπής. Και ο κάποτε κραταιός ηθοποιός, θα πέσει ως Βασιλιάς Ληρ σε μοντέρνα εκδοχή.

Η ταινία δεν προχωρεί όμως. Δεν λειτουργεί βαθιά συνειρμικά. Είναι αρκετά επιφανειακή, οριζόντια και γραμμική, επιδερμικά πολύπλοκη, κακέκτυπο του Birdman, και αν έλειπε ο σπουδαίος Al Pacino και τα χαρακτηριστικά της σκέψης του συγγραφέα Philip Roth - που σε νουβέλα του στηρίζεται το σενάριο- , η ταινία θα αδυνατούσε πλήρως να μιλήσει. Τώρα στέκει φωτεινή στο πανί μα και σχετικά απαρατήρητη.

Βαθμολογία: 2

Χρήστος Σκυλλάκος, για τον Εξώστη Free Press

Κριτική ταινίας: Escobar, Paradise lost



Pablo Escobar. Λόρδος των ναρκωτικών. Βασιλιάς των καρτέλ. Έβδομος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Η Κολομβία, το σπίτι του. «Εθνικός ευεργέτης»  μιας και «φιλάνθρωπος» δηλαδή πλυντήριο μαύρου χρήματος. Φυσιογνωμία σχεδόν ηγετική, ένας Θεός. Δημιουργήθηκε ειδικός στρατός για να το συλλάβει ή να τον δολοφονήσει. Η γη  ένας χαμένος παράδεισος. Και ο Pablo ο διοικητής του. Στους φυσικούς νόμους, ο νόμος της μαφίας των ναρκωτικών έχει στερεότερες βάσεις. Μη αναστρέψιμο και αδιάσπαστο.

Αυτό τον μύθο, ο σκηνοθέτης Andrea Di Stefano προσπαθεί με όρους θρίλερ, δράματος και περιπέτειας να συλλάβει. Μα δίχως το υποκριτικό εκτόπισμα του Benicio Del Toro, που έχει την δυνατότητα να το κάνει σε όλη του την υπόσταση, η ταινία ως σύνολο απλά κοιτάζει τον εγκληματικό μεγαθήριο, επιδερμικά, από απόσταση, με ελάχιστες οπτικές του χαρακτήρα και δίχως καινοτομίες. Ο Del Toro, ναι, έχει το χάρισμα στο να ενσαρκώνει τέτοιους ρόλους. Με το που εισέρχεται στο κάδρο της κάμερας, μοιάζουν όλα στοιχειωμένα από αυτόν, σαν να λειτουργούν τα πάντα με τους δικούς του όρους. Όπως εξ αναλογίας κάνει και ο ίδιος ο Escobar. Είναι μεγάλος ηθοποιός και ξεπληρώνει ικανοποιώντας μας, ακόμη και όταν οι ταινίες είναι μη πετυχημένες δραματικά.  Δίπλα του o John Hutcherson, ως Nick, που μέσα από flash back, μαθαίνουμε τον έρωτα του για την ανιψιά του Pablo, και την μετέπειτα σύνδεση του με το έγκλημα. Μέχρι που αποφασίζει να απεμπλακεί. Αλλά ως ταινία θρίλερ, με το σασπένς να λειτουργεί, η απεμπλοκή είναι σχεδόν αδύνατη. Τα πλοκάμια είναι πολλαπλά και τα όρια προκατασκευασμένα. Και σε αυτό το σημείο, τον τρόπο δηλαδή, που πρέπει να δοθεί, το αδύνατο και το μάταιο της απόδρασης από καταστάσεις πέρα των ανθρώπινων δυνατοτήτων, η ταινία ως σύνολο αναμετριέται. Και τα καταφέρνει εν μέρει.

Η γνώση του επικείμενου, είτε ως θύτης - δολοφόνος, είτε ως θύμα, είναι μόνιμα σε έξαρση, στην ημερήσια διάταξη. Αυτό ζει ο Nick, καθ’ όλη την διάρκεια. Και με μεγάλη επιτυχία, βλέπουμε την μεταμόρφωση του, από φοβισμένο φυγά με δόσεις ανθρωπιάς, σε ψυχρό εκτελεστή για την ζωή του, ψυχρότητα σχεδόν εφάμιλλη με τον αρχικό του προστάτη και μέντορα του Pablo. Προστάτης φυσικά πράγμα σχετικό. Γιατί για τον Escobar δεν υπάρχουν φίλοι, μα μόνο συμφέροντα. Με γρήγορο μοντάζ και αντίθετα αφηγούμενες σκηνές γρήγορης και αργής δράσης, η ταινία έχει τις στιγμές έντασης για να υλοποιήσει τον στόχο της. Που δεν είναι κοινωνιολογικός ή υπαρξιακός, αλλά καθαρά story driven και ψυχαγωγικός. Αν και δίνει βάση σε λογικές που μας έμαθε η σειρά του «Νονού», ωστόσο, μόνο επιφανειακά και συνειρμικά - και μόνο όσον αφορά τον χαρακτήρα του Pablo, ως μαφιόζου που παράλληλα το διακρίνει ένα κάποιο ήθος και ανθρώπινα συναισθήματα, κυρίως όσο αφορά την φαμίλια του - μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε ως μια ταινία του είδους.

Το Paradise Lost έχει χαρίσματα. Είναι η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη. Έχει καλή τεχνική απόδοση. Αλλά δεν είναι ολοκληρωμένη στο να κοιτάξει βαθύτερα πέρα από τον μύθο. Εμμένει σε μια μονάχα στιγμή ενός «ακόλουθου» του Escobar ή του κάθε Escobar. Που λόγω του έρωτα, νιώθει μπερδεμένος και αβοήθητος μπρος στην μοίρα. Και εκεί που ζητάμε να βρούμε κάτι πέρα από τις σεναριακές γραμμές και τις πολύ καλές ερμηνείες, μένουμε στο κενό, μη βρίσκοντας κάτι άλλο αξιόλογο.

Βαθμολογία: 2.5

Χρήστος Σκυλλάκος, για τον Εξώστη Free Press

Το 24o καρέ στο cinema: «Εικόνες της κρίσης» στην Ταινιοθήκη

Η οικονομία και η πολιτική μέσα από τα μάτια των δημιουργών του σινεμά

Μπορεί τα φώτα της παγκόσμιας κινηματογραφικής δημοσιότητας να είναι στραμμένα προς τις Κάννες, αλλά εδώ διόλου μακριά μας, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, ένα άλλο κινηματογραφικό Φεστιβάλ, θεματικό, έχει πολλά να προσφέρει και στους καθαρά κινηματογραφόφιλους αλλά και σε όσους θα ήθελαν να δούνε πως μεγάλοι δημιουργοί του μέσου, διαχρονικά, απεικόνισαν μέσα από την προσωπική τους ματιά και τον φακό της κάμερας τους, την κρίση. Η κρίση, που έχει καταστροφικές συνέπειες και στο σύνολο μιας κοινωνίας, την ιστορικότητα της, την συνείδηση της - εκτός του άμεσα βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων της - αλλά και σε κάθε έκφανση της ζωής των ατόμων.

Ο κινηματογράφος, σχεδόν από ανέκαθεν, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για το επίκαιρο. Ίσως πολύ περισσότερο από άλλες μορφές τέχνης. Είναι η δυνατότητα της φαινομενικά ειλικρινής και αντικειμενικής εικόνας, η δυναμική του διεισδυτικότητα στο χώρο και χρόνο, η εγγενής του δυνατότητα για πολυεπίπεδη αφήγηση που φέρει και επαναφέρει ερωτήματα ή/και δίνει απαντήσεις, καθώς και η μαζικότητα του, που το κάνει ικανό να θέσει με περισσή ευκολία την γενικευμένη κοινωνική εμπειρία, στο νου του κοινού. Είτε με την μορφή του ντοκιμαντέρ, είτε με αυτή της μυθοπλασίας, το σινεμά ήταν και είναι αρκετά ευαίσθητο, στο να συλλαμβάνει τις κοινωνικές δονήσεις, στο να μελετά το κάθε φορά «σήμερα». Ήταν ανέκαθεν, πολιτικό.

Le cinema sinsurge ήταν γραμμένο σε αφίσες των Γενικών Τάξεων του Κινηματογράφου στη Γαλλία του ’68. «Ο κινηματογράφος εξεγείρεται» δηλαδή. Φυσικά οι ταινίες του αφιερώματος απέχουν από αυτή την ιδέα και στόχο, μιας και ενέχουν απόψεις και θέσεις μιας πιο εσωτερικής αντιμετώπισης των κοινωνικών προβλημάτων. Ωστόσο οι ταινίες που διαλέχτηκαν, δεν ομφαλοσκοπούν ανερυθρίαστα, αφού μοιάζουν να είναι από την μια μεριά των κοινωνικών «οδοφραγμάτων», αλλά όχι και στην πρώτη γραμμή. Είναι σίγουρα, όμως, μια «διάχυση της αισθητικής μέσα στην ζωή της κοινωνίας» όπως έλεγε ο Frantz Fanon.
Μέσα από την οπτική γωνία των πρώτων ελλήνων δημιουργών, όπως του Τατασόπουλου, με την θρυλική βουβή ταινία «Κοινωνική σαπίλα» του 1932, ως και τον σύγχρονο κοινωνικό ρεαλισμό των πολυβραβευμένων αδελφών Dardenne, με την εξόχως σπουδαία τελευταία τους ταινία «Δυο μέρες, μια νύχτα», μπορούμε να βρούμε το κοινό νήμα, τις γενικές τάσεις, μέσα στις ιστορικές και κοινωνικές μεταβολές, που συνδέει τους ανθρώπους του τότε με το σήμερα μέσα στη μέγγενη των αλλεπάλληλων οικονομικών κρίσεων, να αντιληφθούμε, μέσω αυτής της επίδρασης της κινηματογραφικής γλώσσας, ότι δεν είναι και πολλά αυτά που έχουν αλλάξει. Φαινομενικά ναι, αρκετά, ουσιαστικά όμως, ελάχιστα. Από το “The Great Depression” ή την Μεγάλη Ύφεση του 1929 στις ΗΠΑ, ως την παγκόσμια οικονομική κρίση των τελευταίων ετών, με την ειδικότερη κατάσταση της χώρας μας, μαέστροι του μέσου ως και νέοι σκηνοθέτες, θα προσπαθήσουν με όρους δράματος, δοκιμιακής γραφής, πότε ρεαλιστικά, πότε ποιητικά, σίγουρα αρκετά διυσδειτικά και στοχοπροσηλωμένα να εξαίρουν διάφορες πλευρές του κοινωνικού γίγνεσθαι και της ατομικής αγωνίας μέσα στις οικονομικές και πολιτικές μυλόπετρες.

Σε αρκετές από τις προβολές - που κάποιες έχουν ελεύθερη είσοδο - παρευρίσκονται και οι δημιουργοί τους για να συζητήσουν με το κοινό. Δεν είναι απλά ευκαιρία, λοιπόν, αλλά ίσως μοιάζει και με ανάγκη να έρθουμε κοντά σε ένα κινηματογράφο, όχι της διασκέδασης, αλλά της ουσίας, έναν κινηματογράφο, που βλέπει τον άνθρωπο ως μέρος της κίνησης της ιστορίας και όχι ως παθητικό κοινό. Όπως έγραψε και ο ποιητής Μαγιακόφσκι, στην αυγή της κινούμενης εικόνας, «Για σας ο κινηματογράφος είναι ένα θέαμα\Για μένα είναι σχεδόν μία αντίληψη του κόσμου\Ο κινηματογράφος είναι φορέας της κίνησης\Ο κινηματογράφος διαδίδει ιδέες»

Τι ξεχωρίζουμε
Μια τετράδα ταινιών της πρώτης εποχής του σινεμά, άμεσα συνδεδεμένης με την οικονομική κρίση και τις συνέπειες του ‘Α Παγκοσμίου Πολέμου. Ταινίες ιστορικής και αισθητικής σημασίας όπως τα «Σταφύλια της Οργής» του John Ford, το «Έγκλημα του κυρίου Λανζ» του Jean Renoir, το «Τον Άρτον Ημών τον Επιούσιον» του King Vidor και η «Κωμωδία του Χρήματος» του Max Ophuls. Επίσης μια από τις πιο σπουδαίες ελληνικές ταινίες του ελληνικού βωβού κινηματογράφου η «Κοινωνική Σαπίλα» του Στέλιου Τατασόπουλου με συνοδεία ζωντανής ηλεκτρονικής μουσικής.

Όσον αφορά την σύγχρονη εικονογράφηση της κρίσης, θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε δυο σπάνια ντοκιμαντέρ του Ken Loach με το ακυκλοφόρητο «Πνεύμα του ‘45» που γύρισε το 2013 και το «Εσύ με ποιους είσαι;» του 1985. Το αφιέρωμα συνεχίζει με δύο όχι αρκετά γνωστές ταινίες του Rainer Verner Fassbiner και με το σπουδαίο «Drifting Clouds», του ακόμα σπουδαιότερου Aki Kaursimakil, ενός σκηνοθέτη που είναι μόνιμα στο πλευρό της εργατικής τάξης με πλέριο χιούμορ και οξυδερκή αντίληψη της εικόνας και της οικονομικής αφήγησης.

Που: Ταινιοθήκη της Ελλάδας
Πότε: Ως 27 Μαΐου
Εισιτήρια: 5 ευρώ (προβολές και με δωρεάν είσοδο)
Πρόγραμμα: http://imagesofcrisis.tainiothiki.gr/

+ Περίπου 40 ταινίες, χαμηλής τιμής εισιτήριο ή απολύτως δωρεάν χωρίς λίστες προτεραιότητας, σπάνιες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, συνάντηση με τους δημιουργούς, υψηλής ποιότητας προβολές.

- Θα μπορούσε το πρόγραμμα να περιέχει δημιουργούς από μεγαλύτερη ποικιλία χωρών (ειδικά της Λατινικής Αμερικής) και περισσότερες σπάνιες ταινίες.

Χρήστος Σκυλλάκος για το Monopoli.gr

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Κριτικό σχόλιο: Mad Max - Fury Road "Ο κόσμος ανήκει στους "τρελά" εξεγερμένους"


Δεν έγραψα κριτική αλλά αν έγραφα, θα έλεγα πως η επιστροφή μέσα από τις σκόνες του βαθιά τσακισμένου μα και μονολιθικά αληθινού και ανθρωπιστή επαναστάτη, ψυχοπαθή Max (Tom Hardy), παρέα με την ταξική (από πλευράς των σιχαμένα μεταλλαγμένων αρχόντων) «προδότρια» Furiosa (Charlize Theron) και τις πανέμορφες «μητέρες», είναι μια σκληρή, ειρωνική και κυνική χειρονομία μάγκικης λαϊκής υπεροψίας στα κάθε είδους blockbuster, γεννώμενα στα εργαστήρια κατασκευής συνειδήσεων τύπου State Department of USA, αφού με υπερβολικά πομπώδη διασκεδαστικότατη δράση, μετατρέπει το υποτυπώδες πολιτικό, από άνυδρη, παρακμιακή,  μετα- αποκαλυπτική (δες οικονομική κρίση) απογοήτευση του κοινού, σε ένα χυμώδες εξαγριωμένο αγώνα των κολασμένων, για τα βασικώς αναγκαία. Νερό, ζωή, ελευθερία. Μην την χάσετε. 

Με δόσεις υποκειμενικής υπερβολής: Πέντε αστεράκια στα Πέντε


Χρήστος Σκυλλάκος



Κριτική ταινίας: Pasolini ή η πραγματικότητα με το κεφάλι κάτω


Ο κινηματογράφος τιμά τον κινηματογράφο. Οι Ιταλοί (ως παραγωγοί), τον δολοφονημένο συμπατριώτη τους. Ένας σκηνοθέτης, τον τρισμέγιστο. Από τον τίτλο, θα μπορούσαμε να έχουμε τούτες τις προσδοκίες, μα όνειρο απατηλό δυστυχώς, γιατί ο Ferrara αποτολμά να βάλει στο τίτλο τούτου του, κάτω του μετρίου, αδιάφορου, συμπλέγματος, το όνομα ενός από τους μεγαλύτερους ιταλούς δημιουργούς του σινεμά. Του Pasolini.

Όποιος ψάχνει να εντρυφήσει στo ιδεολογικό του φορτίο ως δημιουργού και διανοητή ή να βγάλει εκ νέου συμπεράσματα με βάση την σκέψη του μέσα από ένα προσωπικό πρίσμα ή γενικά να αποκτήσει μια πρώτη γνώση για να ερευνήσει αργότερα βιογραφικά και δημιουργικά τούτο το καλλιτεχνικό φαινόμενο, στη ταινία δεν θα βρει ούτε ένα ψήγμα. Όχι απλά απομυθοποιεί τον καλλιτέχνη, μα και δεν βάζει σε στέρεες και ειλικρινείς βάσεις τον ίδιο και το έργο του. Μοιάζει πολύ μικρή η προσπάθεια - στα όρια της μικρότητας και του φθόνου - σαν απόρροια φιλοδοξίας του Ferrara να αποδομήσει τον αληθινό Pasolini ώστε πιο εύκολα να συγκριθεί μαζί του. Μια προσπάθεια να σκυλέψει πάνω στο πτώμα του για να αποκτήσει ο ίδιος αισθητικά λάφυρα. Τα ίδια έκανε και ο Greenaway για τον Eisenstein. Η ιστορία και η τέχνη όμως δεν συγχωρούν.

Η ταινία ξεκινά αμέσως μετά το τελικό μοντάζ του “Salo, 120 μέρες στα Σόδομα”. Και εδώ το άκρως πολιτικό πρόσταγμα του Pasolini ενάντια στην φασιστικοποίηση της συνείδησης, ο Ferrara το ερμηνεύει συνειρμικά, με ένα άκαιρο και επιφανειακό στην ουσία του όργιο σε σύγχρονα ομοφυλοφιλικά Σόδομα. Προκαλεί λοιπόν έκπληξη η αναφορά του Ferrara σε συνεντεύξεις ότι αδιαφορεί για «το μυστήριο του θανάτου του Pasolini», αφού απλά παίρνει την ήδη απολιτική κρατούσα και άκρως αντιδραστική άποψη, ότι ο Pasolini, δολοφονήθηκε τυχαία, λόγω των ακραίων του ομοφυλοφιλικών του προτιμήσεων, ενώ γνωρίζουμε το πολιτικό κόστος της προβολής του «Salo» και της συνολικής του πολιτικής του δράσης. Έτσι βλέπουμε ένα χυδαία ακίνδυνο εικόνισμα του Pasolini, ενοχικό και ανασφαλή, που σε μια σκηνή, ούτε για τις απόψεις του δεν είναι σίγουρος, αφού μετά από μια απλή συνέντευξη νιώθει άβολα, βρίσκοντας παρηγοριά μονάχα στο αγοραίο σεξ. Η όλη αντίληψη της ταινίας, η τόσο ελλιπώς μελετημένη υλοποίηση της κινηματογραφικής του βιογραφίας - που πρέπει να έχεις γνώση των παρασκηνίων της δημιουργίας των έργων του για να την ακολουθείς και να την καταλαβαίνεις - δεν είναι καθόλου τυχαία και λανθασμένη. Είναι συνειδητή μείωση της σκέψης ενός μεγαθηρίου της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης, πλαισιωμένη έντεχνα με κάθε τύπου συμβατικές, καθεστωτικές - μέχρι και θρησκοληπτικές εκφάνσεις βρίσκει στον Pasolini - «αντιπαζολινικές» απόψεις.

Καθώς στην αρχή της ταινίας, επαναλαμβάνεται μέσα από τα λόγια του Pasolini «Η αφήγηση όπως την ξέραμε πέθανε», θέλοντας να δώσει στίγμα στην βαθιά πειραματική και πρωτοποριακή κινηματογραφική και αισθητική γλώσσα του δημιουργού, μια γλώσσα που ανέτρεψε πολλά κινηματογραφικά στερεότυπα, ο ίδιος ο Ferrara, εμμένει σε μια γλώσσα πλήρως συμβατική, σχεδόν άρρυθμη και ασύγχρονη, όπου ο χρόνος, το μοντάζ, η χρήση του ήχου, των διαλόγων και της μουσικής, βρίθουν από ανεπάρκειες. Η κινηματογράφηση είναι μη διαυγής, μια εικόνα του υποκειμένου άκρως αφελής και μυθοπλαστική που δεν υπάρχει. Ένα δευτερόλεπτο από δραματουργία του Pasolini, βάζει στην γωνιά όλα τα λεπτά της υποτιθέμενες τούτης βιογραφίας. Και φθάνω στο φινάλε. Όπου βλέπουμε στην σειρά τρεις σκηνές. Ο Pasolini νεκρός. Το Alter ego του - της μη ολοκληρωμένης τελευταίας του ταινίας που στο δοσμένο φιλμ βλέπουμε μια shiny εκδοχή εντελώς αλλόκοτα «μη παζολινική» -  κατουράει. Και εν τέλει λέει: «Δεν έπρεπε να ακολουθήσω τούτον τον κομήτη!». Τι συνειρμό οφείλουμε να κάνουμε;

O Pier Paolo Pasolini δεν ήταν άλλος ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Ήταν διανοούμενος. Ιδιότητα που ελάχιστοι μπόρεσαν να κατακτήσουν στο σύνολο της ζωής τους. Και τούτη η χλιαρή, άνευρη, ελλιπέστατη, στερεοτυπική και πληκτική ταινία στο όνομα του, δεν μας πείθει, αλλά μας εκνευρίζει και ας ο Ferrara λέει «Δεν είναι ιστορία, αλλά παραβολή.»

Βαθμολογία: 1

Χρήστος Σκυλλάκος, για τον Εξώστη Free Press

Κριτική ταινίας: Clouds of Sils Maria του OIivier Assayas


Η Maria Anders (Juliete Binoche) μια διάσημη ηθοποιός επιστρέφει σε ένα θεατρικό που καθόρισε την καριέρα της πριν 20 χρόνια. Αν και αρχικά μοιάζει να φοβάται την σύγκριση με το παρελθόν της, προοδευτικά δέχεται, ξεκινά τις πρόβες με την προσωπική βοηθό της Valentine (Kristen Stewart), δέχεται την υποταγή στον ρόλο, όπως και στον φυσικό χρόνο, στο αναγκαίο επερχόμενο τέλος.

Η ταινία είναι ένα οδοιπορικό στην ανθρώπινη ψυχή. Η πορεία προς την λύτρωση είναι το κυρίως θέμα. Η σκόνη που σηκώνεται στο περπάτημα, είναι οι μικρές λεπτομέρειες. Και οι χαρακτήρες που οδοιπορούν σε τούτο το μελαγχολικό δράμα, σε τούτο το αγωνιώδη υπαρξιακό δοκίμιο, είναι οι κυρίως φορείς του έργου, μια βεβιασμένη ενότητα του ενός ανθρώπου ως άτομο, μπρος στην διάσπαση που προκαλεί ο χρόνος. Η ζωή ένα θεατρικό σανίδι, που πάνω του πέφτει σαν φως η οικουμενική κρίση όλων, διακρίνοντας την αλήθεια, το ψέμα, την αληθοφάνεια, την φιλοδοξία, τον εγωισμό, την ματαιοδοξία, την νεότητα, την μοναξιά, τα γηρατειά, τον επικείμενο θάνατο. Η ζωή ως ρόλος, υπό πρίσμα ρομαντικής μελαγχολίας, μυθοπλαστικής πραγματικότητας. Τέχνη και ζωή αλληλοσυμπληρώνεται, αν δεν αποτελούν το ένα και το αυτό. Το ίδιο και οι ηρωίδες. Maria Anders ή Helena και Valentine ή Sigrid. Οι δύο όψεις του ακούραστου περάσματος του ανθρώπου στον ανελέητο χρόνο. Οι διάλογοι των δυο γυναικών είναι εν τέλει, ένας ατέλειωτος μονόλογος ψυχικός πλαισιωμένος θεατρικά, της μιας και μοναδικής ύπαρξης. Μόνο με τούτον τον συνειρμικό τρόπο μπορούμε να αδράξουμε την ουσία της ταινίας, που εγκλωβίζεται θαυμάσια στο σύνθετο στόρι της.

Ο Olivier Assayas, η Juliete Binoche και η Kristen Stewart, όλοι σε απόλυτη φόρμα, ξεσπούν συγκρατημένα μπρος στην κάμερα, επιστρέφοντας στον διαλεκτικό ανθρωποκεντρικό κινηματογράφο, της πολυεπίπεδης αφήγησης εν μέσω χαρακτήρων βαθιά συγκροτημένων, ολοκληρωμένων, που εξελίσσονται οριζόντια τεμνόμενοι στο τέλος, φορείς όλων των σκέψεων του δημιουργού. Μιας οπτικής μπεργκμανικής - τύπου “Persona”. Χαρακτήρες ευάλωτοι, σκληροί, ελεύθεροι, υπεροπτικοί, τσακισμένοι, αξιοπρεπείς. Η γοητεία της νομοτέλειας που ενυπάρχει τόσο στα περίφημα υψώματα του Sils ως χώρος όσο και στις περίφημες ανθρώπινες κατακρημνίσεις μέσα του. Αυτές οι αντιθέσεις και συνθέσεις λειτουργούν ως ενιαίο όλον μέσα στην νεφελώδη πολυπλοκότητα των ορίων, των προθέσεων και των προσδοκιών στον έρωτα, στις σχέσεις με τους άλλους και στη συνολική ύπαρξη και θέσης μας στην ζωή.

Κινηματογράφος προσωπικός σε ύφος και περιεχόμενο, με αφηγηματικό μοντάζ που συνθέτει ή διασπά τον χώρο, τον χρόνο, την σεκάνς. Με φωτογραφία και mise en scene μελετημένο. Με αλλαγές στο ρυθμό ως παράγωγο της ψυχικής στασιμότητας και εξέλιξης των χαρακτήρων. Υποδειγματική άσκηση ύφους. Προσοχή στην φιλμική λεπτομέρεια. Εξιδανίκευση της δραματουργίας. Συναισθηματική, ανθρώπινη, φωτεινή και λεπτά συννεφιασμένη.

Βαθμολογία: 4

Χρήστος Σκυλλάκος, για τον Εξώστη Free Press